Θέλω να σου πω για μια συζήτηση που παρακολούθησα στο ραδιόφωνο
ανάμεσα σε δυο τάχα μου ειδικούς.
Απ’ αυτούς που μονοπωλούν μέρα νύχτα τα μέσα ενημέρωσης
με σχόλια και προφητείες,
π’ αναλύουν τα γεγονότα, τολμούν προβλέψεις για το μέλλον,
προδιαγράφουν τις εξελίξεις.
Οι απόψεις τους ήταν ξεκάθαρες, σαφείς,
το ύφος τους πομπώδες, σοβαρό,
οι εκφράσεις τους επιστημονικές, εξεζητημένες.
Καθένας τους είχε διαμετρικά αντίθετη άποψη απ’ τον άλλο.
Καθένας τους προσπαθούσε επίμονα
ν’ αποδείξει ότι η δικιά του ανάλυση είν’ η σωστή,
η δικιά του διάγνωση θα επαληθευτεί,
σε πείσμα κι’ ενάντια στη διάγνωση του άλλου.
Λες και μπορεί να υπάρχουν δυο αλήθειες, δυο εκβάσεις στο ίδιο πρόβλημα.
Λες και καθένας τους διέθετε τους μυστικούς κώδικες
για να εξηγεί τα μελλούμενα.
Πως κατείχε τα υπέρτατα μυστικά του κόσμου.
Πως δε γίνεται αλλιώς, η ανθρωπότητα θα βαδίσει νομοτελειακά
προς την κατεύθυνση που αυτός διαβλέπει,
η ιστορία θα υπακούσει πειθήνια στα δικά του προστάγματα.
Με λόγια στρογγυλά, που εισχωρούν εύκολα μέσα σου
κι’ έρχονται κι’ επιδρούν πάνω σου σαν ισχυρό ηρεμιστικό,
βεβαίωναν σε τόνους μονόχορδους
πως οι προοπτικές στον ορίζοντα είναι, γενικά, καλές.
Κανένας λόγος για σοβαρές ανησυχίες…
Το καράβι είναι σε καλή ρότα.
Βέβαια, για να εξουδετερωθούν οι κάποιοι κλυδωνισμοί,
ίσως χρειαστούν μερικές διορθώσεις, ένας καλλωπισμός, ένα σιγύρισμα, κάποια πασαλείμματα
και το σύστημα θα ξαναβρεί τη λαμπερή του όψη.
Κι’ αν οι κυβερνήτες ακούσουν τις δικές τους συμβουλές,
αν εφαρμόσουν τα μέτρα που ο καθένας τους εισηγείται με πειστικότητα κι’ επιμονή,
έ τότε πάει πια, η ανθρωπότητα θα ξαναπάρει τον ανήφορο.
Το χαρμόσυνο γαϊτανάκι της συσσώρευσης θα συνεχίσει να γυρίζει αλέγρα.
Με λόγια εύπεπτα, προσεχτικά διαλεγμένα,
αναλύαν το πώς οι επιχειρήσεις θα ξαναρχίσουν να πουλούν μαζικά την πραμάτεια τους,
το πώς οι αποθήκες θ’ αδειάσουν,
το πώς θα γεμίσουν τα ταμεία,
το πώς θα προκύψουν σημαντικά κέρδη,
το πώς το χρήμα θα ξαναεπενδυθεί,
το πώς τα χρηματιστήρια θα συνεχίσουν να σπάνε καθημερινά τα ρεκόρ της προηγούμενης μέρας…
Η ΕΟΚ να ‘ναι καλά, που μας προίκισε με το Euro.
Ο Θεός να μας κόβει χρόνια και να της δίνει μέρες…
Μίλαγαν για τα νέα επαγγέλματα που θα ξεπεταχτούν,
για τις καινούριες θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν,
πολλαπλάσιες απ’ αυτές που καταστρέφει καθημερινά η τεχνολογία κι’ η παγκοσμιοποίηση.
Και για την ανεργία που θα υποχωρήσει οπωσδήποτε. Νομοτελειακά…
Το Internet να ‘ναι καλά, που μας προίκισε με το ηλεκτρονικό εμπόριο.
Ο Θεός να μας κόβει χρόνια και να του δίνει μέρες…
Η παγκοσμιοποίηση, αυτό το καρπερό μαστάρι
που τρέφει γενναιόδωρα το πολυεθνικό κεφάλαιο και τ’ αντρώνει,
αυτή η μεγάλη ιδέα κι’ ελπίδα της εποχής
θα επιβάλλει τη λογική, τους κανόνες και την πολυεθνική εξουσία της.
Περιττό να σου πω ότι θα πρέπει να τροποποιηθούν οι νόμοι,
να ξανασχεδιαστούν τα σύνορα στα δικά της μέτρα,
κατά τη βολή της,
για να καταχτήσει καινούριους τομείς,
καινούρια εδάφη,
για το καλό του κόσμου,
το δικό μου και το δικό σου, ντε !!…
Για το πώς οι αγορές
που ‘ταν σκόρπιες στις τέσσερις άκρες της γης
θα ενωθούν, θ’ αποτελέσουν πια μια ενότητα.
Για το πώς ο κόσμος θα ν’ ένα μεγάλο παζάρι,
ένας πλανητικός μαχαλάς.
Ζούμε στην εποχή των διαδίκτυων και των αυτοκινητόδρομων της πληροφορικής.
Μέσα σε τούτο τον ηλεκτρονικό κήπο της Εδέμ,
δε θα ‘χεις παρά ν’ απλώσεις το χέρι
και να δρέψεις ότι τραβάει η καρδιά σου μάτια μου…
Τα όνειρά σου τα πιο τρελά, θα πραγματοποιηθούν…
Μόνο, αχάριστε, κάνε λίγη υπομονή,
κάτσε παθητικά στη γωνιά σου και περίμενε…
Τρελαίνομαι…
Πώς να σου πω για όλους αυτούς τους σύμβουλους, τους ειδικούς αναλυτές, τους σοφολογιότατους,
που ‘ρθαν αυτόκλητοι να μας βάλουν σε τάξη,
να συμμαζέψουν κι’ ορθολογίσουν τη ζωή μας,
να επιλέξουν αυθαίρετα το δικό μας καλό
κι’ αν χρειαστεί, να μας το επιβάλλουν με το στανιό και με το βούρδουλα του νόμου
που φρόντισαν να φτιάξουν στα μέτρα τους, για την περίσταση,
για όλους ετούτους τους πολιτικάντηδες,
τους δημοσιογράφους,
τους οικονομολόγους,
τους πολιτειολόγους,
τους κοινωνιολόγους,
τους επιχειρηματίες,
όλους αυτούς τους συνωμότες που έχουν απαντήσεις σ’ όλα τα προβλήματα,
λύσεις σε kit, απλές, εύκολες, γρήγορες, “σύγχρονες”.
Που τις πλασάρουν στον κοσμάκη απ’ τα ραδιόφωνα και τις δικές τους τηλεοράσεις,
τις θεμελιώνουν μέσ’ από ογκώδη βιβλία
που εκδίδουν στους δικούς τους εκδοτικούς οίκους
κι’ απ’ τις στήλες των εφημερίδων που ελέγχουν.
Που τις φωνάζουν απ’ τα προεκλογικά μπαλκόνια σε υποταγμένους ψηφοφόρους,
“Έλα κόσμε, πιάσε χοντρή κουτάλα και φάε ελπίδα μέχρι να βαρυστομαχιάσεις,
να γεμίσει ξύγκια το μυαλό σου, να γίνει ράθυμο, δυσκίνητο,
να μη βρίσκεις πια τη δύναμη ν’ αναλογιστείς
ότι οι χτεσινές μας υποσχέσεις διαψεύδονται σήμερα
κι’ ότι οι σημερινές υποσχέσεις θα διαψευστούν αύριο
πέρα για πέρα, απόλυτα, τραγικά”…
Δεν ξέρω τι είν’ αυτό που ‘χει κάνει τόσους πολλούς ανθρώπους
σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης,
σ’ όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ιεραρχίας,
να ‘χουν πουληθεί, να ‘χουν προσχωρήσει στην ίδια συνωμοσία
και να υπηρετούνε πιστά το ίδιο ψέμα.
Να ‘χουν θάψει τις αρχές τους
και να ‘χουν υποταχτεί άνευ όρων στην ίδια υπερεθνική εξουσία του πλούτου,
αυταρχική, απολυταρχική, αντιδημοκρατική, άνομη…
Που κάνει του κεφαλιού της
χωρίς να δίνει λογαριασμό σε καμιά πολιτική εξουσία, σε καμιά εκλεγμένη συνέλευση
αφού αυτή δεν έχει διαβατήριο, δε γνωρίζει πατρίδα,
δεν έχει ούτε συντοπίτες, ούτε και γείτονες.
Δεν ξέρω πώς γίνεται και τόσοι πολλοί άνθρωποι
χτυπήθηκαν ταυτόχρονα από ομαδική παράκρουση,
ξέκοψαν απ’ την πραγματικότητα,
τυφλώθηκαν, κουφάθηκαν
και δε βλέπουν τη βασανιστική καθημερινότητα,
δεν ακούν το σπαραγμό του κοσμάκη,
τη βαρυγκώμια του
και την οργή π’ ανεβαίνει μέσα του σα θεόρατο κύμα.
Δεν ξέρω πώς γίνεται και δε βλέπουν την ανεργία που καλπάζει μ’ εφιαλτικούς ρυθμούς,
που πετάει καθημερινά στο περιθώριο χιλιάδες οικογένειες,
τις μεταβάλλει σ’ απορρίμματα της κοινωνίας,
τις στέλνει οριστικά, αμετάκλητα, τελεσίδικα στ’ αζήτητα.
Θέλω να σου πω πως το δικαίωμα στην εργασία,
αυτή η υπέρτατη κατάχτηση της ανθρωπότητας
που κερδίθηκε μ’ αγώνες αιματηρούς,
γίνεται μέρα με τη μέρα προνόμιο για όλο και λιγότερους,
για τους εκλεχτούς, για τους τυχερούς.
Πώς γίνεται και δε βλέπουν ότι η βιομηχανία,
βαριά, ελαφριά, μικρή, μεγάλη… αδιάφορα,
έχασε οριστικά πια την κερδοφορία της
και κείτεται ετοιμοθάνατη σε νεκρικό κρεβάτι ;
Πως γίνεται και δε βλέπουν ότι οι βιομήχανοι όχι μόνο δε χτίζουν πια καινούρια εργοστάσια,
όχι μόνο δεν αρκούνται πια στη συνεχή, την καθημερινή συρρίκνωση του προσωπικού τους,
την αντικατάσταση τ’ ανθρώπου από μηχανές,
αλλά, ακόμη χειρότερο, μεταφέρουν επειγόντως και μαζικά, τα εργοστάσιά τους
σε χώρες όλο και πιο χαμηλού βιοτικού επίπεδου και μεροκάματων της πείνας.
Εκεί που το κράτος κλείνει ένοχα τα μάτια
και τους επιτρέπει να εκμεταλλεύονται παιδιά κι’ ενήλικους,
απάνθρωπα, ατέλειωτες ώρες, για μια κούπα ρύζι.
Πώς γίνεται και δε βλέπουν τη φτώχεια,
που ξαπλώνεται με γιγάντιες δρασκελιές σα τρομερή, θανατηφόρα επιδημία ;
Που μειώνει καθημερινά, ανεπίστροφα, την αγοραστική ικανότητα του κοσμάκη
και διαβρώνει υπόγεια, συστηματικά, τελεσίδικα, το βιοτικό του επίπεδο ;
Πώς γίνεται και δε βλέπουν τον πλούτο
που συσσωρεύεται σ’ όλο και λιγότερα χέρια,
όλο και πιο πολύς,
όλο και πιο κομπραδόρικος, όλο και πιο ξετσίπωτος, πιο ύποπτος, πιο βρώμικος.
Πώς γίνεται και δε βλέπουν την υπεραξία,
αυτό το μοχλό, την κινητήρια δύναμη του δυτικού κόσμου,
που δεν επιβραβεύει πια όσους επενδύουν δημιουργικά στη βιομηχανία και το εμπόριο,
παρά μοιράζει αστρονομικά, σκανταλώδη υπερκέρδη στους σπεκουλαδόρους
που ασχολούνται αποκλειστικά με την ανταλλαγή χαρτιών στα χρηματιστήρια,
με τη μετακίνηση τεράστιων ποσών απ’ τον ένα τίτλο στον άλλο,
απ’ το ένα νόμισμα στ’ άλλο, απ’ τη μια χώρα στην άλλη,
στιγμιαία, ακαριαία, με το Internet.
Πώς γίνεται και δε βλέπουν ότι οι μετοχές τρελάθηκαν,
η αξία τους τινάζεται στα ύψη και γίνονται ανάρπαστες,
όχι όταν δημοσιεύσουν οι εταιρείες καλά κέρδη,
αλλά όταν αναγγείλουν το κλείσιμο ενός απ’ τα εργοστάσιά τους
και την απόλυση χιλιάδων εργαζόμενων,
σε μια προσπάθεια βραχυπρόθεσμης βελτίωσης της αποδοτικότητάς τους.
Πού να βρει κουράγιο ο άνεργος,
πως να κάμει υπομονή, να σφίξει τα δόντια,
αφού η σπέκουλα δεν του προσφέρει απασχόληση,
δεν αφήνει να φανεί ούτε μια αχτίδα ελπίδας ;
Κι’ η βιομηχανία, που ‘στηνε επιχειρήσεις κι’ εργοστάσια
και του ‘δίνε μισθό για να ζήσει το σπίτι του,
είναι στα μαύρα χάλια της.
Πώς γίνεται και δε βλέπουν το συστηματικό διαγούμισμα της φύσης,
το μακελειό του πλανήτη,
την επιταχυνόμενη οικολογική καταστροφή ;
Τη γη που δεν προλαβαίνει πια να κλείνει τις πληγές
που της ανοίγουν καθημερινά οι άρπαγες
όλο και πιο βαθιές, όλο και πιο θανατηφόρες.
Πώς γίνεται και δε βλέπουν ότι ο πλανήτης μας,
αυτή η μια και μοναδική γη, η αναντικατάστατη,
καλύπτεται σιγά σιγά από ‘να θανατηφόρο σύννεφο,
που την τυλίγει σα νεκρικό σάβανο.
Θέλω να σου πω για τ’ άνομα συμφέροντα και για τα ύποπτα αλισβερίσια
και για τον κόσμο που δεν είναι πια παρά ένα μεγάλο, ένα απέραντο παζάρι,
γεμάτο σαράφηδες κι’ επαίσχυντους τοκογλύφους.
Θέλω να σου πω πως σήμερα όλα πουλιούνται κι’ όλα αγοράζονται.
Πως έχουν κολλήσει Bare Codes με ταρίφες κι’ ημερομηνίες λήξης
στη λευτεριά, την ανεξαρτησία, τα όνειρα και τα οράματα,
ακόμα και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Θέλω να σου πω πως έτσι που ξεκαπιστρώθηκε ο κόσμος και πιλαλάει στα στραβά,
πολλά θα πάθουμε ακόμα.
Έχουν μπροστά τους φωτεινό μέλλον τα σκοτάδια.